- συνομοκέρωτος
- -ον, Μαυτός που έχει τον ίδιο αριθμό κεράτων με άλλον.[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + ὁμ(ο)-* + -κέρωτος < -κέρω-ς (< κέρας*, πρβλ. ἄ-κερως) + επέκταση -τος, κατά τα μτγν. συνθ. σε -κέρατος (πρβλ. ἀ-κέρατος), πρβλ. και ἀ-κέρωτος].
Dictionary of Greek. 2013.